Live streaming video by Ustream

aaa

Ἡμερολόγιο Ἔτους 2018

Δεῖτε σέ ηλεκτρονική μορφή τό ἡμερολόγιο τοῦ Ἱερού Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου γιά το ἔτος 2018.

Προβολή

Sample Images

Εἰκόνες Ἱεροῦ Ναοῦ

Δετε τίς εἰκόνες τοῦ Ἱερού Ναοῦ μας.

Προβολή

iera-keimilia

Ἱερά κειμήλια

Δεῖτε τα Ἱερά   Κειμήλια τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ μας.

Προβολή

Ἱστορικό τοῦ Ναοῦ

2006-2-27 17Ὁ Μητροπολιτικός Ἱερός Ναός Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως εἶναι ἕνα ἰδιόμορφο Ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικό μνημεῖο, μέ ἰδιαίτερη ἱστορική καί καλλιτεχνική ἀξία. Ἡ ἰδιομορφία του ἔγκειται στό ὅτι στό ἰσόγειο τοῦ Ναοῦ ὑπάρχουν 14 εἰδικοί χώροι, οἱ ὁποῖοι σήμερα λειτουργοῦν ὡς καταστήματα, γραφεῖα, ἀποθηκευτικοί χώροι κ.ἄ. Πάνω ἀπό τό ἰσόγειο καί τούς χώρους αὐτούς εἶναι κτισμένος ὁ Κυρίως Ναός, ἐνῶ γύρω ἀπ' αὐτόν ὑπάρχει τό Πραύλιο, στό ὁποῖο ὁδηγοῦν δύο μεγαλόπρεπες μαρμάρινες σκάλες. Οἱ κάτω ἀπό τόν Ναό χῶροι (καταστήματα κ.ἄ.) καταλαμβάνουν μόνο τό μέρος πού βρίσκεται κάτω ἀπό τό προαύλιο, ἐνῶ στό κέντρο τοῦ ἰσογείου καί κάτω ἀκριβῶς ἀπό τόν κυρίως Ναό, δέν ὑπάρχει πρόσβαση. Ὁ Ναός εἶναι κτισμένος ἐξωτερικά ἐξ ὁλοκλήρου μέ μάρμαρο καί δημιουργεῖ στούς ἐπισκέπτες χαρακτηριστική ἐντύπωση, ὥστε δίκαια θεωρεῖται τό σύμβολο τῆς Τρίπολης, τῆς πόλεως ἡ ὁποία συνδέεται στενά μέ τήν μεγάλη Ἑλληνική Ἐπανάσταση τοῦ 1821 καί τήν ἀπαρχή τῆς ἱστορίας τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ.

Ἡ ἱστορία του ἀρχίζει σχεδόν ταυτόχρονα μέ τήν ἱστορία τῆς πόλεως. Ἀνέκαθεν ὁ Ναός ἦταν γνωστός περίπου μέ τή σημερινή του μορφή, δηλ. ὡς ἑνιαῖο κτιριακό συγκρότημα Ναοῦ καί «ἐργαστηρίων», ὅπως ὀνομάζονταν οἱ κάτω ἀπό τόν Ναό χῶροι τήν ἐποχή τῆς Τουρκοκρατίας καί τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης.

Οἱ πρῶτες ἀσφαλεῖς ἱστορικές μαρτυρίες μᾶς πληροφοροῦν ὅτι στούς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας στόν χῶρο ἀκριβῶς τοῦ σημερινοῦ Ναοῦ, ὑπῆρχε ἕνα μεγάλο μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί). Ὡστόσο, στήν 97106866ἐποχή τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης, οἱ πρεσβύτεροι κάτοικοι τῆς πόλεως ἐβεβαίωναν ὅτι στόν ἴδιο χῶρο ὑπῆρχε «ἀνέκαθεν» Ναός τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Δέν εἳναι ἀκριβῶς γνωστό οὔτε τό μέγεθος, οὔτε ἡ μορφή τοῦ ἀρχικοῦ αὐτοῦ Ναοῦ. Δεδομένου, ὅμως, ὅτι τό τέμενος εἶχε κατεύθυνση πρός τήν ἀνατολή, ὅπως συμβαίνει στούς Ὀρθοδόξους χριστιανικούς Ναούς καί ὄχι στά ἰσλαμικά τεμένη, μποροῦμε νά ὑποθέσουμε, χωρίς νά εἶναι ἀπόλυτα βέβαιο, ὅτι τό παραπάνω τζαμί ἦταν ὁ ἀρχικός Ναός τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, τόν ὁποῖο οἱ Τοῦρκοι μετέτρεψαν κάποτε σέ δικό τους τέμενος, ὅπως συνήθιζαν. Αὐτό ἔγινε πιθανῶς τό 1715, ὅταν οἱ Τούρκοι κατέλαβαν καί πάλι τήν Πελοπόννησο ἀπό τούς Ἐνετούς.

Ὁ χρόνος ἵδρυσης τοῦ πρώτου Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου εἶναι ἄγνωστος. Δεδομένου, ὅμως, ὅτι ἡ προφορική παράδοση κατά τήν ἐποχή τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως δεχόταν ὅτι ὁ παλαιός Ναός ὑπῆρχε ἐκεῖ «ἀνέκαθεν», καί ὅτι ἡ μετατροπή του σέ τζαμί τοποθετεῖται γύρω στό 1715, εἶναι φανερο ὅτι ἡ ἵδρυση τοῦ πρώτου Ναοῦ πρέπει νά τοποθετηθεῖ σέ πολύ παλαιότερη ἐποχή καί ὁπωσδήποτε στήν πρό τοῦ 1715 περίοδο.
Ὁ ἀρχικός αὐτός Ναός (μετέπειτα τζαμί) ἦταν μαρμαρόκτιστος καί ἔμοιαζε κατά πολύ μέ τόν σημερινό. Κάτω ἀπ' αὐτόν καί στίς τέσσερις πλευρές του, ὑπῆρχαν «ἐργαστήρια» (καταστήματα) καί πάνω ἀπ' αὐτά «Νάρθηκας» (Προαύλιο) μέ ὀροφή, ἡ ὁποία στηριζόταν σέ μαρμάρινες στῆλες. Στό ἐμπρός μέρος ὑπῆρχαν πλατάνια. Ὑπῆρχε, ἐπίσης, ἐκεῖ συντριβάνι καί βρύση. Αὐτή τή μορφή εἶχε τό κτίσμα, ὅταν οἱ Ἕλληνες κατάλαβαν τήν πόλη ἀπό τούς Τούρκους στίς 23 Σεπτεμβρίου τοῦ 1821.

Ἀμέσως μετά τό γεγονός αὐτό, τό ἰσλαμικό τέμενος ἐγκαινιάστηκε σέ Ὀρθόδοξο Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, μέ βάση τήν παράδοση πού ἐπικρατοῦσε, ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Ἔλους Ἄνθιμο. Σ' αὐτόν τόν Ναό προσκύνησε ὁ ἀπελευθερωτής τοῦ Ἔθνους Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καί οἱ πρωτεργάτες τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως.

Ὅμως, τόν Μάιο τοῦ 1825 ὁ Ἰμπραήμ μέ πολυάριθμα στρατεύματα κατέλαβε ὅλες σχεδόν τίς ἀπελευθερωμένες περιοχές τῆς Πελοποννήσου, μεταξύ αὐτῶν καί τήν Τρίπολη, τήν ὁποία κατεῖχε μέχρι τό 1828. Ὅταν τό ἔτος αὐτό ὑποχρεώθηκε νά ἐγκαταλείψει τήν πόλη, τήν κατέστρεψε σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου. Ἔτσι, κατεδαφίστηκε ὁλοσχερῶς καί ὁ τότε Ναός τοῦ Ἁγίου Βασιλείου μέ τά κάτω ἀπ' αὐτόν κτίσματα (1828).

Μετά τήν ἐπανάκτηση τῆς πόλεως (1828) καί μέχρι τό 1855, ἐγκαταστάθηκαν στό χῶρο τῶν ἐρειπίων τοῦ Ναοῦ 65 πρόχειρα ἐργαστήρια καί μικροκατασκευές (παραπήγματα). Ἀνάμεσά τους διασωζόταν σέ λασπώδη χῶρο ἡ Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ναοῦ καί ἔκαιγε κανδήλι, ὅμως τά διαδραματιζόμενα στόν χῶρο δέν ἅρμοζαν καθόλου στήν ἱερότητά του.

Ἕνα τυχαῖο γεγονός ἔγινε ἀφορμή νά ξανακτισθεῖ τό σημαντικό αὐτό μνημεῖο τῆς πόλεως καί τῆς εὐρύτερης περιοχῆς. Ξαφνικά, τήν νύκτα τῆς 5ης Ἰουλίου τοῦ 1855 μιά μεγάλη πυρκαϊά κατέστρεψε ὅλα τά παραπήγματα, πού ὑπῆρχαν στό χῶρο τοῦ Ναοῦ, καί ἀπείλησε ὁλόκληρη τήν ἀγορά τῆς πόλεως. Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή ὁ Δῆμος Τριπόλεως ἐνήργησε ἀμέσως ὥστε νά πραγματοποιηθεῖ ἡ κοινή ἐπιθυμία τῶν κατοίκων γιά τήν ἀνέγερση τοῦ ἱστορικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Μεταξύ τῶν πρωτεργατῶν τῆς προσπάθειας ἦταν καί ὁ τότε δημοτικός σύμβουλος Θεόδωρος Ρηγόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶχε χρηματίσει κατά τό παρελθόν γιά πολλά χρόνια γραμματέας τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη καί ὁ ὁποῖος διασώζει πληροφορίες γιά τήν ἱστορία τοῦ Ναοῦ.

Ἀρχικά, ὑπῆρξε προβληματισμός σχετικά μέ τήν μορφή μέ τήν ὁποία ἔπρεπε νά ἀνοικοδομηθεῖ ὁ Ναός, ἄν δηλαδή ἔπρεπε νά κατασκευασθεῖ μόνο ὁ Ναός ἤ μαζί μέ τά «ἐργαστήρια», ὅπως ἦταν στό παρελθόν. Τελικά, ἀποφασίστηκε νά ἀνοικοδομηθεῖ στήν ἀρχική του μορφή, δηλαδή μαζί μέ τά «ἐργαστήρια». Ὑπῆρχαν, ὅμως, καί οἱ ἀντιρρήσεις ὅτι δέν ἐπιτρέπεται κάτω ἀπό ἕναν Ὀρθόδοξο Ναό νά ὑπάρχουν «ἐργαστήρια» ἤ καταστήματα. Γιά τό θέμα αὐτό ὁ Δῆμος ἐρώτησε τήν Ἱερά Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀπάντησε ὅτι αὐτό ἐπιτρέπεται κάτω καί γύρω ἀπό τόν Ναό, ἀρκεῖ τό κέντρο του νά εἶναι ἐπάνω στό ἔδαφος.

Ἀμέσως ἔγινε ἕνα πρόχειρο σχέδιο τοῦ Ναοῦ καί τῶν ἐργαστηρίων κατά τό παλαιό σχῆμα ἀπό τόν Θεόδωρο Ρηγόπουλο, ὁ ὁποῖος διατηροῦσε στή μνήμη του τή μορφή τοῦ οἰκοδομήματος. Τά ἀκριβή σχέδια ἔγιναν ἀπό ἄγνωστο ἀρχιτέκτονα. Τά σχέδια πού ἐγκρίθηκαν τελικά περιελάμβαναν 14 ἐργαστήρια, ἀντί 12 ὅπως εἶχε προταθεῖ ἀρχικά, γιά περισσότερη σταθερότητα τοῦ οἰκοδομήματος. Ἀμέσως μετά τήν ἔγκριση τῶν σχεδίων ἔγιναν οἱ πρῶτοι ἔρανοι καί συγκεντρώθηκαν τά πρῶτα χρηματικά ποσά.

Τήν 6η Νοεμβρίου τοῦ 1855 σέ ἐπίσημη τελετή, πού ἔγινε προεξάρχοντος τοῦ Μητροπολίτου Μαντινείας καί Κυνουρίας Θεοφάνους τοῦ Σιατιστέως (1852 - 1868), ἐτέθη ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ Ναοῦ, ἐπί Δημάρχου Τριπόλεως Δημητρίου Γαλανιάδου. Στή συνέχεια κατασκευάστηκαν πρῶτα τά ἐργαστήρια, μέ σκοπό νά ἐνοικιαστοῦν ἀπό τόν Δῆμο καί μέ τά χρήματα τῶν ἐνοικίων νά ὁλοκληρωθεῖ ἡ ἀνέγερση. Ὁ Ναός κτίστηκε μέ πελεκητούς λίθους ἀπό τήν γύρω περιοχή καί μέ ἄριστης ποιότητας μάρμαρο ἀπό τήν περιοχή τῶν Δολιανῶν Ἀρκαδίας.

Ἡ ὁλοκλήρωση τῆς κατασκευῆς καθυστέρησε κατά πολύ. Διήρκεσε περίπου 30 ἔτη καί αὐτό ἦταν φυσικό, ἀφοῦ τό ἔργο ἦταν ὑπερβολικά μεγάλο καί ὑπερβολικά δαπανηρό γιά τά δεδομένα τῆς πόλεως. Ἡ κεντρική Ἁγία Τράπεζα ἀφιερώθηκε, φυσικά, στόν ἅγιο Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καί μεγάλο Πατέρα καί Διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας. Ἔγιναν, ὅμως, καί δύο Παρεκκλήσια ἐντός τοῦ Ναοῦ (ὁ Ναός εἶναι «τρισυπόστατος»): ἕνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, πού ἑορτάζει τήν 25η Μαρτίου, ἡμέρα πού ἔγινε ἡ ἐπίσημη ἔναρξη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης, καί ἕνα τῆς Συλλήψεως τοῦ Τιμίου Προδρόμου, πού ἑορτάζει τήν 23η Σεπτεμβρίου, ἡμέρα πού ἀπελευθερώθηκε ἡ πόλη ἀπό τούς Τούρκους («ἅλωση τῆς Τριπολιστᾶς»). Μέ τά Παρεκκλήσια αὐτά ὁ Ναός συνδέει τό ὄνομά του μέ τή νεότερη ἱστορία τῆς πόλεως, ἀλλά καί μέ τή γενικότερη ἱστορία τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ κράτους. Στίς 3 Ἰουνίου τοῦ 1884 ἔγιναν τά ἐπίσημα ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ ἀπό τόν Μητροπολίτη Μαντινείας καί Κυνουρίας Θεόκλητο Α' Βίμπο (1869 1903).

Περί τό ἔτος 1887 ὁλοκληρώθηκαν τά ἔργα στόν Τροῦλλο τοῦ Ναοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιστρώθηκε ἐξωτερικά ἐξ ὁλοκλήρου μέ χαλκό. Στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰῶνα κατασκευάσθηκαν τά δύο συμμετρικά Κωδωνοστάσια, τά ὁποῖα ἀρχικά δέν ὑπῆρχαν. Τό ἔτος 1911 φιλοτεχνήθηκαν τό μαρμάρινο Τέμπλο, ὁ Ἀρχιερατικός Θρόνος καί ὁ Ἄμβωνας, μέ δαπάνες τοῦ Ἀποστόλου Πετροπούλου ἤ Λεμῆ, μεγάλου εὐεργέτη τοῦ Ναοῦ. Τά παραπάνω ἐσχεδίασε ὁ μεγάλος Γερμανός ἀρχιτέκτονας Ἐρνέστος Τσίλλερ. Στή συνέχεια ἄλλοι μεγάλοι εὐεργέτες, οἱ ἀδελφοί Γεώργιος καί Δημήτριος Σπετσερόπουλοι, πού κατήγοντο ἀπό τήν Τρίπολη καί διέμεναν στό Κάιρο τῆς Αἰγύπτου, χρηματοδότησαν τήν ἁγιογράφηση τοῦ Ναοῦ, ἡ ὁποία ἔγινε κατά τά ἔτη 1924 - 1927 ἀπό τόν ἁγιογράφο Λώκη.
Τό ἔτος 1925 ἐγκαταστάθηκε στό ἕνα Κωδωνοστάσιο τό Ὡρολόγιο, πού σώζεται μέχρι σήμερα, ἐλβετικῆς κατασκευῆς ἀπό τήν καλύτερη ἑταιρεία τῆς ἐποχῆς, ἐνῶ τό ἔτος 1927 τοποθετήθηκε ἡ καμπάνα τοῦ Ὠρολογίου, ἐλβετικῆς καί αὐτή προελεύσεως. Καί τά δύο ἦσαν δωρεές τῶν ἀδελφῶν Σπετσεροπούλων. Τό Ὡρολόγιο ἐθεωρεῖτο ἀπόλυτης ἀκρίβειας καί γιά πρώτη φορά εἶχε εἰσαχθεῖ παρόμοιο στήν Ἑλλάδα. Τό ἔτος 1930 ἐδωρήθησαν στό Ναό 5 πολυέλαιοι, ἀγορασμένοι ἀπό τούς ἀδελφούς Σπετσερόπουλους στό Παρίσι.

Κατά καιρούς ἔγιναν διάφορα ἔργα καί ἐγκαταστάσεις (δάπεδα, θέρμανση κ.τ.λ.), ὥστε νά λάβει ὁ Ναός ἐσωτερικά τήν σημερινή του μορφή. Τό 1991 ἔγινε ἐξωτερική ἀνακαίνιση τῆς στέγης καί στεγανοποίηση τῆς ὀροφῆς τοῦ Ναοῦ μέ χρήση μολύβδου, γιά τήν ἀντιμετώπιση προβλημάτων ὑγρασίας πού προέκυψαν στόν Ναό. Ταυτόχρονα ἔγινε καί ἐξωτερικός καθαρισμός τοῦ Ναοῦ.

trpast16Τό ἔτος 1960 μετεφέρθη στόν Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Βασιλείου γιά περισσότερη τιμή καί ἀσφάλεια, ἡ τιμία Κάρα τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Δημητρίου, πολιούχου Τριπόλεως, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε στήν Τρίπολη τό 1803. Μέχρι τότε ἡ Κάρα τοῦ Ἁγίου φυλασσόταν στό Παρεκκλήσιο τοῦ Νεομάρτυρος, τό ὁποῖο βρίσκεται στό τόπο ἀκριβῶς τοῦ Μαρτυρίου του, καί ὑπάγεται στόν Μητροπολιτικό Ναό. Ἡ Κάρα τοῦ Νεομάρτυρος Δημητρίου εἶναι τό σπουδαιότερο ἱερό κειμήλιο τοῦ Ναοῦ καί ἀποτελεῖ πηγή χάριτος καί ἁγιασμοῦ γιά κάθε προσκυνητή. Τό ἔτος 1995 κατασκευάστηκε νέα ἀργυρή λειψανοθήκη τῆς Κάρας τοῦ Ἁγίου καί μαρμάρινο Προσκυνητάριο, μέ δαπάνες τῆς μακαριστῆς Ἀναστασίας Κ. Κλουκίνα.

Τά ἔτη 1963 ἤ 1964 ἐδωρήθη στό Ναό ἀπό ἰδιώτη, ἡ παλαιά ἱερά εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία εἶναι ἕνα ἀπό τά κειμήλια τοῦ Ναοῦ. Τό 1999 κατασκευάστηκε μαρμάρινο Προσκυνητάριο τῆς Εἰκόνος, πανομοιότυπο μέ τό Προσκυνητάριο τῆς Κάρας τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Δημητρίου, μέ δαπάνες τῶν εὐλαβῶν Κων/νου καί Ἐλευθερίας Καλομητσίνη
Σταθμό στήν νεότερη ἱστορία τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου ἀποτελεῖ ἡ μεγάλη πυρκαϊά τῆς 7ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1995, ἡ ὁποία κατέστρεψε ὁλοσχερῶς τήν εἴσοδο καί προκάλεσε μεγάλες φθορές στό ἐσωτερικό του. Ὁ Ναός προσπαθεῖ νά ἐπουλώσει τίς πληγές του ἀπό τήν μεγάλη αὐτή καταστροφή καί γίνονται σημαντικές προσπάθειες πρός αὐτή τήν κατεύθυνση.

Ἀπό τό ἔτος 2011, πού ἀνέλαβε καθήκοντα Προέδρου τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ Μητροπολιτκοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως, ὁ Αἰδεσιμώτατος Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Σουρλίγγας, ἐτέθη ὡς κύριο μέλημα ἡ συντήρησις καί ἀνακαίνισις τοῦ ὡς ἄνω Ἱεροῦ Ναοῦ.  Ἀρωγοί σ’ αὐτήν τήν προσπάθεια τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου, ἦρθαν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας κ. ΑΛΕΞΑΝΔΟΣ καί διάφοροι ἄλλοι δωρητές, τούς ὁποίους καί θερμῶς εὐχαριστοῦμε.  Μέ τήν συμβολή αὐτῶν ἀπεκατεστάθησαν οἱ ζημιές πού εἶχε προκαλέσει στό Ναό ἡ πυρκαϊά τοῦ 1995, καί ὁ πανδαμάτωρ χρόνος. Ἐργασίες συντηρήσεως -ἀποκαταστάσεως τῶν ἁγιογραφιῶν καί τοῦ διακόσμου τοῦ Ναοῦ, σέ συνδυασμό μέ τόν κατάλληλο ἐλαιοχρωματισμό τῶν μεγάλων ἐπιφανειῶν αὐτοῦ ἀπό ἔμπειρους τεχνίτες, ἐφανέρωσαν τήν πρώτη του αἴγλη καί μεγαλοπρέπεια.  Ἡ ἔνδυσις τῆς Ἁγίας Τραπέζης καί τῆς Προθέσεως μέ καινουργῆ καλύμματα, ἡ ἀντικατάστασις τῶν παλαιῶν πολυελαίων μέ καινούργιους, ἡ τοποθέτησις καινούργιων καθισμάτων, τό στρώσιμο τοῦ Ναοῦ μέ καινούργιες μοκέτες καί ἄλλες βελτιώσεις πού πραγματοποιήθησαν ἄλλαξαν τήν ὄψη τοῦ Ναοῦ.  Ἀδύνατον νά μήν σταθοῦμε  καί νά μήν ἐπαινέσουμε τήν κ. Παρασκευήν Παπαδάκου, ἡ ὁποία συνέβαλε τά μέγιστα ὡς μέλος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ  Συμβουλίου τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως στό ἔργο συντηρήσεως καί ἀνακαινίσεως αὐτοῦ, καταβάλλοντας ὄχι μόνο κόπον ἀλλά καί μεγάλην οἰκονομικήν στήριξιν.

Τό ἔτος 2005, μέ πρωτοβουλία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μαντινείας καί Κυνουρίας κ.κ. Ἀλεξάνδρου, ἑορτάστηκε ἐπισήμως ἡ ἐπέτειος τῶν 150 χρόνων ἀπό τήν θεμελίωση τοῦ Ναοῦ (1885 - 2005) μέ Ἀρχιερατικό Συλλείτουργο καί ἄλλες πνευματικές ἐκδηλώσεις. Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή τοποθετήθηκαν δύο προτομές στόν ἐξώστη τοῦ Ναοῦ, μιά τοῦ ἀπελευθερωτῆ τοῦ γένους Θεοδώρου Κολοκοτρώνη καί μία τοῦ ἡρωϊκοῦ Μητροπολίτου Τριπολιτσᾶς Δανιήλ (1819 - 1833). Τό ἔτος 2012 τοποθετήθηκαν στόν ἐξώστη τοῦ Ναοῦ ἑπτά ἐπιπλέον προτομές Ἀρχιερέων, ἀρχιερατευσάντων στήν Ἱερά Μητρόπολη Μαντινείας καί καί Κυνουρίας, μέ προσωπικές δαπάνες τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μαντινείας καί Κυνουρίας κ.κ. Ἀλεξάνδρου
Σήμερα ὁ Μητροπολιτικός Ναός τοῦ Ἁγίου Βασιλείου δέν ἀποτελεῖ μόνο ἱστορικό καί καλλιτεχνικό μνημεῖο, ἀλλά ἔχει νά ἐπιδείξει μιά ζωντανή παρουσία πνευματικῆς δράσεως καί προσφορᾶς. Ὅλη σχεδόν ἡ ζωή τῆς πόλεως καί τῆς γύρω περιοχῆς (γεγονότα ἱστορικά, καλλιτεχνικά, ἐπέτειοι, ἐκδηλώσεις, ἐπίσημες τελετές, ἐπισκέψεις προσωπικοτήτων κ.τ.λ.), στρέφεται γύρω ἀπό αὐτόν.

Ἡ κατ' ἐξοχήν, βέβαια, προσφορά του εἶναι ἡ πνευματική - ἐκκλησιαστική. Εἶναι ὁ Μητροπολιτικός Ναός τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας καί τό κέντρο τῆς ὁμώνυμης ἐνορίας τῆς Τριπόλεως. Σ' αὐτόν τελοῦνται ἡ Θεία Λειτουργία καί οἱ ἱερές Ἀκολουθίες, σύμφωνα μέ τό πρόγραμμα τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά μποροῦν οἱ πιστοί τῆς Ἐκκλησίας μας νά λειτουργοῦνται, νά προσεύχονται καί νά ἐπικοινωνοῦν μέ τόν Θεό. Γίνονται κηρύγματα σέ διάφορες Ἀκολουθίες καί ἑσπερινό κήρυγμα κάθε Κυριακή ἀπόγευμα. Λειτουργοῦν Κατηχητικά Σχολεῖα κάθε Σάββατο πρωΐ, γιά τήν πνευματική κατάρτιση τῶν νέων, διοργανώνονται ποικίλες ἐκδηλώσεις πνευματικῆς προσφορᾶς καί ὑπάρχουν Ἱερεῖς πού διακονοῦν τό Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, μέ ἀποτέλεσμα πλῆθος ἀνθρώπων ἀπό τήν πόλη καί τά γύρω χωριά νά βρίσκουν ἀνακούφιση καί νά καθοδηγοῦνται στήν Ὀρθόδοξη πίστη καί ζωή. Λαμβάνεται μέριμνα γιά ἐνδεεῖς καί ἀπόρους καί προσφέρεται κάθε εἴδους βοήθεια σέ ἀνθρώπους πού ἀντιμετωπίζουν προβλήματα. Ὅλα αὐτά καί ἄλλα παρόμοια ἀποτελοῦν τήν προσφορά τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου στή σύγχρονη τοπική κοινωνία.

Ο Βίος του Μεγάλου Βασιλείου

ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ

15   11Ὁ Μέγας Βασίλειος, μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες μορφὲς τῆς Ἐκκλησίας, γεννήθηκε περὶ τὸ 330 μ.Χ. στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας. Ὁ πατέρας του Βασίλειος ἦταν ρήτορας, ἐγκατεστημένος στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου καὶ ἦταν υἱὸς τῆς Μακρίνης, ἡ ὁποία ὑπέστη πολλὰ μετὰ τοῦ συζύγου της κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Μαξιμίνου γιὰ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Ἡ Μακρίνα ἦταν μαθήτρια τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ καὶ διετέλεσε ἡ πρώτη στὴν πίστη διδάσκαλος τοῦ ἐγγονοῦ τῆς Βασιλείου. Ἡ μητέρα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὀνομαζόταν Ἐμμέλεια, καταγόταν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία, ἦταν θυγατέρα Μάρτυρος, εὐλαβέστατη καὶ πολὺ φιλάνθρωπη. Ἀπὸ τὸν γάμο της μὲ τὸν Βασίλειο γεννήθηκαν ἐννέα παιδιά, ἀπὸ τὰ ὁποία τὰ τέσσερα ἦταν ἀγόρια. Τὸ πρωτότοκο παιδὶ τοὺς ἦταν ἡ Μακρίνα, ἡ ὁποία μετὰ τὸν θάνατο τοῦ μνηστήρα της, ἐπιδόθηκε στὴν ἄσκηση. Ἀπὸ τὰ τέσσερα ἀγόρια, τρεῖς ἔγινα Ἐπίσκοποι, ὁ Βασίλειος στὴν Καισάρεια, ὁ Γρηγόριος στὴ Νύσσα καὶ ὁ Πέτρος στὴ Σεβαστεία. Ὁ Ναυκράτιος πέθανε νέος, σὲ ἡλικία 27 ἐτῶν. Πρὸ τοῦ Πέτρου γεννήθηκε ἡ Θεοσεβία.

Ὁ Μέγας Βασίλειος ἔλαβε τὴν πρώτη χριστιανικὴ διαπαιδαγώγησή του ἀπὸ τὴ μητέρα καὶ τὴ γιαγιά του καὶ διδάχθηκε τὰ πρῶτα γράμματα ἀπὸ τὸν πατέρα του στὴν πατρίδα του. Σπούδασε στὶς σχολὲς τῆς Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καὶ τοῦ Βυζαντίου, ὅπου «ηὐδοκίμη σοφιστῶν τε καὶ φιλοσόφων τοῖς τελειοτάτοις», καὶ τέλος «εἰς τὰς χρυσάς Ἀθήνας», ποὺ τότε ἦταν τὸ κέντρο τῆς ρητορικῆς καὶ στὴν ὁποία ἤκμαζαν οἱ σοφιστὲς Ἰμέριος, Προαιρέσιος καὶ ἄλλοι καὶ ὅπου συνέρρεαν ἀπὸ παντοῦ μαθητές, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ μετέπειτα αὐτοκράτορας Ἰουλιανός, τὸν ὁποῖον ὁ ὑπέρμετρος θαυμασμός του πρὸς τὴν ἐθνικὴ σοφία παρέσυρε στὸν πόλεμο κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐκεῖ βρισκόταν ἤδη καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, μετὰ τοῦ ὁποίου συνδέθηκε μὲ στενὴ φιλία. Εἶναι χαρακτηριστικοὶ οἱ λόγοι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου γιὰ τὸν ἱερό του σύνδεσμο μὲ τὸν Μέγα Βασίλειο: «Τὰ πάντα ἦμεν ἀλλήλοις, ὁμόστεγοι, ὁμοδίαιτοι, συμφυεῖς... ἴσαι μὲν ἐλπίδες ἦγον ἡμᾶς, πράγματος ἐπιφθωνοτάτου τοῦ λόγου, φθόνος δὲ ἀπήν, ζῆλος δὲ ἐσπουδάζετο, ἀγὼν δ΄ ἀμφοτέροις, οὒχ ὅστις αὐτὸς τὸ πρωτεῖον ἔχοι, ἀλλ' ὅπως τῷ ἑτέρω τούτου παραχωρήσειεν. Μία μὲν ἀμφοτέρους ἐδόκει ψυχή, δύο σώματα φέρουσα, ἕν δ΄ ἀμφοτέροις ἔργον: ἡ ἀρετὴ καὶ τὸ ζῆν πρὸς τὰς μελλούσας ἐλπίδας, πρὸς ὅ βλέποντες καὶ βίον καὶ πρᾶξιν ἅπασαν ἀπηυθύνομεν». Ὁ Βασίλειος διδάχθηκε στὴν Ἀθήνα ρητορική, φιλοσοφία, ἀστρονομία, γεωμετρία καὶ ἰατρική.

Ἐπέστρεψε στὸν Πόντο, περὶ τὸ 356 μ.Χ., καὶ βαπτίσθηκε Χριστιανὸς ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου Καισαρείας Διανίου. Στὴν συνέχεια μετέβη στὴν Αἴγυπτο, Μεσοποταμία, Παλαιστίνη καὶ Συρία, γιὰ νὰ γνωρίσει τοὺς ἀσκητὲς καὶ καθηγητὲς τῆς ἐρήμου. Τότε, ἀφοῦ διένειμε καὶ αὐτὸς τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς πτωχούς, μόνασε στὸν Πόντο, κοντὰ στὸν Ἴρι ποταμό, ἀσκούμενος στὴ μελέτη καὶ τὴν προσευχή.

Ἀργότερα τὸ 362 μ.Χ., χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Καισαρείας Εὐσέβιο, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο ἀναγκάστηκε νὰ φύγει στὸν Πόντο, λόγω τοῦ φθόνου τοῦ Ἐπισκόπου Εὐσεβίου. Ὁ Γρηγόριος συμβίβασε τὰ πράγματα μεταξὺ τῶν δύο ἀνδρῶν καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπέστρεψε τὸ 365 μ.Χ., γιὰ νὰ βοηθήσει τὸν Ἐπίσκοπο Εὐσέβιο στὸν ἀγώνα τοῦ κατὰ τῶν Ἀρειανῶν. Ἔγινε ἔτσι «σύμβουλος ἀγαθός, παραστάτης δεξιός, τῶν θείων ἐξηγητής, τῶν πρακτέων καθηγητής, γήρως βακτηρία, πίστεως ἔρεισμα».

Τὸ ἔτος 370 μ.Χ., μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Εὐσεβίου, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Καισαρείας, παρὰ τὶς σφοδρὲς ἀντιδράσεις τῶν Ἀρειανῶν. Σὲ καιρὸ λιμοῦ προσέφερε στοὺς πάσχοντες κάθε εἴδους βοήθεια. Ἀγκαλίασε τοὺς γέροντες, τὰ παιδιά, τὶς γυναῖκες καὶ τοὺς ἄνδρες, τοὺς ἀσθενεῖς καὶ φρόντιζε καθημερινὰ γιὰ τὴν τροφή τους. Οἰκοδόμησε κοντὰ στὴν Καισάρεια ἕνα συγκρότημα πτωχοκομείου καὶ νοσοκομείου, τὴ «Βασιλειάδα», ποὺ ἔγινε τὸ ταμεῖο τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἀγάπης. Κατὰ τὰ χρόνια τῆς ἐπισκοπικῆς του διακονίας εἶχε νὰ ἀντιπαλέψει κατὰ πολλῶν δυσχερειῶν. Ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης ἀποφάσισε νὰ εἰσάγει μὲ τὴν βία στὴν Καππαδοκία τὸν Ἀρειανισμό. Γι΄ αὐτό, τὸ 372 μ.Χ., ἔστειλε τὸν ἔπαρχο Μόδεστο, γιὰ νὰ πείσει τὸν Ἅγιο νὰ δεχθεῖ τὶς κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν. Μάταια προσπάθησε νὰ πείσει τὸν Μέγα Βασίλειο μεταχειριζόμενος κάθε μέσο: δήμευση τῆς περιουσίας, ἐξορία, βασανιστήρια, θάνατο. Ὁ Βασίλειος σὲ ἀπάντηση δήλωσε, ὅτι δὲν φοβᾶται ἀφοῦ περιουσία δὲν εἶχε, παρὰ μόνο λίγα παλαιὰ ἐνδύματα καὶ λίγα βιβλία, ἐξορία δὲν φοβᾶται, διότι ἡ γῆ ποὺ κατοικεῖ δὲν εἶναι ἰδιοκτησία του καὶ στὸν κόσμο αὐτὸ εἶναι πάροικος καὶ παρεπίδημος, τὰ βασανιστήρια δὲν τὸν πτοοῦν, διότι τὸ ἀσθενικό του σῶμα δὲν μπορεῖ νὰ ἀντέξει σὲ αὐτά, τὸν δὲ θάνατο θεωρεῖ ὡς εὐεργέτη, διότι αὐτὸς θὰ τὸν ὁδηγήσει νωρίτερα κοντὰ στὸν Θεό. Ὁ Μόδεστος ἐξεπλάγη ἀπὸ τὴν Πνευματικὴ γενναιοψυχία τοῦ Ἁγίου καὶ ἐπέστρεψε ἄπρακτος. Ἀκόμη καὶ ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης, ὅταν ἦλθε στὴν Καισάρεια καὶ ἀντιλήφθηκε τὸ μεγαλεῖο τοῦ Βασιλείου, τὸν ἄφησε ἀνενόχλητο στὸν ἐπισκοπικό του θρόνο. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε τὴν μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου γιὰ τὸν Μέγα Βασίλειο: Ἦταν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων. Πέλαγος λαοῦ ἐγέμιζε τὸν ναό. Ἡ ψαλμωδία καὶ ἡ εὐκοσμία τοῦ βήματος ἦταν ἀγγελικὴ μᾶλλον, παρὰ ἀνθρώπινη. Καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος προτεταγμένος τοῦ λαοῦ, ὄρθιος, ἀκλινὴς κατὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ὄψη καὶ τὴν διάνοια, «ἐστλωμένος τῷ Θεῶ καὶ τῷ βήματι». Καὶ ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης μπροστὰ στὸ θέαμα αὐτὸ καὶ στὸ ἄκουσμα «κατεβροντήθη».

Μὲ τὸν ἀνεκτίμητο αὐτὸ πλοῦτο τῶν ἀρετῶν τοῦ καθοδήγησε τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ καὶ κοσμημένος μὲ αὐτὲς ἐξεδήμησε πρὸς Κύριον, τὸ 378 μ.Χ., λίγο μετὰ τὸν θάνατο τοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλεντος, σὲ ἡλικία 48 ἐτῶν. Ὅταν πλησίαζε ἡ ὥρα νὰ παραδώσει τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Θεό, προσῆλθαν στὴν κλίνη τοῦ ὅλοι σχεδὸν οἱ Χριστιανοὶ τῆς πόλεως. Ἐκεῖνος τοὺς δίδασκε καὶ τοὺς εὐλογοῦσε. Προσευχόμενος στὸν Κύριο εἶπε: «Εἰς χείρας Σου Κύριε, παραθήσομαι τὸ πνεῦμα μου», καὶ κοιμήθηκε. Στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία συμμετεῖχαν μυριάδες λαοῦ καὶ τόσος ἦταν ὁ συνωστισμός, ὥστε πολλοὶ πέθαναν «ἐκ τῆς τοῦ ὠθισμοῦ βίας καὶ συγκλονήσεως».

Ἡ Σύναξη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας (Μεγάλη Ἐκκλησία). Ναὸς ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο Βασίλειο ὑπῆρχε στὸ παλάτι τῶν Βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων κατὰ τὸν 10ο αἰώνα καὶ σὲ αὐτὸν ἐκκλησιαζόταν ὁ αὐτοκράτορας τὴν 1η Ἰανουαρίου μέχρι τῆς ἀπολύσεως τοῦ Εὐαγγελίου.
Ὁ ἀδελφός τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, παραβάλλει αὐτὸν πρὸς τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὸν Προφήτη Ἠλία καὶ τὸν Σαμουήλ, τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο. Ὁ Μέγας Βασίλειος κατέλιπε πλῆθος σπουδαιοτάτων συγγραμμάτων, ἀπὸ τὰ ὁποία, εὐτυχῶς, τὰ περισσότερα διασώθηκαν μέχρι σήμερα.

Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία τὸ μεγαλύτερο ἔργο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία αὐτοῦ, ποὺ τελεῖται καὶ σήμερα σὲ καθορισμένες ἡμέρες τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους: τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τὶς παραμονὲς τῶν τριῶν μεγάλων Δεσποτικῶν ἑορτῶν, Χριστουγέννων, Θεοφανείων καὶ Πάσχα (Μέγα Σάββατο), τὶς πέντε Κυριακές τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ τὴ Μεγάλη Πέμπτη. Κατὰ παλαιότερη διάταξη, ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἐτελεῖτο καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

Τὸ πρῶτο δογματικὸ ἔργο, τὸ ὁποῖο συνέγραψε ὁ Ἅγιος, ἔχει τὸν τίτλο «Ἀνατρεπτικός τοῦ ἀπολογητικοῦ τοῦ δυσσεβοὺς Εὐνομίου». Περίφημα εἶναι καὶ τὰ ἀσκητικά, τὰ δογματικά, τὰ παιδαγωγικὰ συγγράμματα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὡς καὶ τὰ κηρύγματα, οἱ ὁμιλίες καὶ οἱ ἐπιστολὲς αὐτοῦ. Μέσα ἀπὸ αὐτὰ καταδεικνύεται ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν στὴν πραγματικότητα ὀργανωτὴς τῆς κοινωνικῆς καὶ ἠθικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, στηρίζοντας τὴν ἠθικὴ δεοντολογία του, κυρίως στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ εἰδικότερα στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἡ Ἁγία Γραφὴ γιὰ τὸν Μέγα Βασίλειο ἦταν τὸ ὑπέρτατο δογματικὸ κριτήριο καὶ ἀποτελοῦσε καθ' ἑαυτὴν μυστήριο θείας οἰκονομίας καὶ ἀνθρώπινης σωτηρίας. Γι' αὐτὸ καὶ θεωροῦσε τὴν Ἁγία Γραφὴ ὡς θεόπνευστο βιβλίο, προερχόμενο ἐκ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ κατὰ συνέπεια θεωροῦσε ἀπαραίτητο γιὰ τὴν ὀρθὴ κατανόηση τοῦ περιεχομένου αὐτῆς τὸ χάρισμα τῆς πνευματικῆς διακρίσεως. Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο, πρέπει νὰ γίνεται μὲ βαθειὰ πίστη καὶ μέσα στὴν κοινότητα τῶν πιστῶν. Ἡ ἑρμηνεία δὲ αὐτῆς ἀπέβλεπε κυρίως στὴν οἰκοδομὴ τῶν πιστῶν καὶ τὴ σωτηρία αὐτῶν. Γι' αὐτὸ ἡ παράδοση τῆς πίστεως, ὅπως αὐτὴ παραδόθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, ἦταν ἀπαραίτητος ὁδηγὸς στὴν ἑρμηνεία καὶ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α'

     Εἰς πάσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου• δἲ οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας.  Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ ὅσιε,  Χριστόν τον Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν το μέγα ἒλεος.

radio895

Ανακοινώσεις

stayros

"Μην πάψεις να διερευνάς τον εαυτό σου, αν δηλαδή η ζωή σου προχωρεί σύμφωνα με τις εντολές του Θεού",

 Μέγας Βασίλειος.